Από την οθόνη στην πλατεία: Η πρόκληση του «ψηφιακού απογαλακτισμού» για τους εφήβους
Η προγραμματισμένη απαγόρευση πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών, από την 1η Ιανουαρίου 2027, ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για τη σχέση των εφήβων με την τεχνολογία. Πέρα από τους περιορισμούς και τους μηχανισμούς ελέγχου της ηλικίας, το ζητούμενο είναι πώς οι νέοι θα μπορέσουν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, χωρίς να στερηθούν την επικοινωνία, την ψυχαγωγία και την κοινωνική επαφή.
Το μέτρο αποσκοπεί στην προστασία της ψυχικής υγείας των ανηλίκων, στην πρόληψη του διαδικτυακού εκφοβισμού και στην αντιμετώπιση της υπερβολικής χρήσης των οθονών. Ωστόσο, για πολλούς εφήβους οι ψηφιακές πλατφόρμες αποτελούν πλέον βασικό χώρο επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης, γεγονός που καθιστά τη μετάβαση ιδιαίτερα απαιτητική.
Οι έφηβοι προβληματίζονται για την απαγόρευση
Οι ίδιοι οι μαθητές, που βρίσκονται στο επίκεντρο των αλλαγών, εκφράζουν ανάμεικτα συναισθήματα. Όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η 13χρονη Κατερίνα, «αρκετά παιδιά έχουν εθιστεί και έχουν απομονωθεί, δεν βγαίνουν έξω, κάνουν πολύ δύσκολα φίλους και πλέον η μόνη τους ασχολία είναι τα κοινωνικά δίκτυα».
Η ίδια αναγνωρίζει την ανάγκη λήψης μέτρων, χαρακτηρίζει, ωστόσο, «άδικη» την καθολική απαγόρευση. Όπως εξηγεί, τα κοινωνικά δίκτυα προσφέρουν ψυχαγωγία, ενημέρωση και τη δυνατότητα παρακολούθησης ανθρώπων με τους οποίους οι νέοι αισθάνονται συνδεδεμένοι, από διάσημα πρόσωπα έως συγγενείς και φίλους. Εκφράζει, μάλιστα, την ανησυχία ότι χωρίς αυτές τις πλατφόρμες ενδέχεται να χαθεί η επαφή με ορισμένα από αυτά τα πρόσωπα.
Ανάλογο προβληματισμό εκφράζει και ο 14χρονος Φίλιππος, ο οποίος θεωρεί ότι εκπαιδευτικοί και γονείς θα έπρεπε να είχαν αναλάβει δράση νωρίτερα, εξηγώντας στα παιδιά πώς να χρησιμοποιούν σωστά τα κοινωνικά δίκτυα.
Ψηφιακή αγωγή και ουσιαστική συμμετοχή των γονέων
Την ανάγκη συνδυασμού περιορισμών, εκπαίδευσης και οικογενειακής υποστήριξης επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Προκόπης Κοσμόπουλος, εκπαιδευτικός της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Όπως αναφέρει, το κινητό τηλέφωνο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν ενσωματωθεί στην καθημερινότητα των παιδιών, αποτελώντας βασικά μέσα επικοινωνίας και ψυχαγωγίας.
Ο ίδιος εξηγεί ότι η απουσία ορίων σε μια περίοδο κατά την οποία διαμορφώνονται ο εγκέφαλος και η ψυχοσύνθεση των εφήβων μπορεί να συνδέεται με προβλήματα όπως ο εθισμός, η μειωμένη διά ζώσης κοινωνικοποίηση, το άγχος, ο διαδικτυακός εκφοβισμός και η βία.
Για τον λόγο αυτό, προτείνει στοχευμένους περιορισμούς σε συνδυασμό με την εισαγωγή της ψηφιακής αγωγής στα σχολεία και την ουσιαστική σύνδεση γονέων και παιδιών. Στόχος, όπως σημειώνει, είναι οι νέοι να μάθουν να αξιοποιούν την τεχνολογία ως εργαλείο που τους εξυπηρετεί, αντί να εξαρτώνται από αυτήν.
Ο φόβος της κοινωνικής απομόνωσης και η ψυχολογική μετάβαση
Η αλλαγή ενδέχεται να βιωθεί από ορισμένους εφήβους, κυρίως ηλικίας 13-14 ετών, ως σημαντική απώλεια. Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ψυχολόγος Χρήστος Παναρίτης, κατά την εφηβεία η διαμόρφωση της ταυτότητας συνδέεται στενά με την ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς και την προσκόλληση στους συνομηλίκους.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως ένας διαρκής «καθρέφτης» κοινωνικής επιβεβαίωσης, μέσα από τον οποίο οι έφηβοι δοκιμάζουν ρόλους, επικοινωνούν, εκφράζουν τα συναισθήματά τους και αναζητούν αποδοχή. Επομένως, ο φόβος ότι θα μείνουν εκτός των κοινωνικών εξελίξεων, γνωστός ως FOMO, δεν αφορά μόνο την ψυχαγωγία, αλλά και την ανησυχία για πιθανή κοινωνική περιθωριοποίηση.
Ο ψυχολόγος προειδοποιεί, παράλληλα, ότι μια απότομη απαγόρευση μπορεί να οδηγήσει ορισμένους νέους στην αναζήτηση τρόπων παράκαμψης των περιορισμών, όπως η χρήση VPN, κρυφών προφίλ ή εναλλακτικών πλατφορμών και εφαρμογών αμφίβολης αξιοπιστίας.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για τα πιο εσωστρεφή παιδιά ή εκείνα που αντιμετωπίζουν κοινωνικό άγχος. Για αυτές τις περιπτώσεις, το κινητό μπορεί να λειτουργεί είτε ως μέσο σύγκρισης με τις εξιδανικευμένες ζωές άλλων χρηστών είτε ως ένα ασφαλές περιβάλλον επικοινωνίας, που τους επιτρέπει να επεξεργάζονται τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις με τον δικό τους ρυθμό.
Ο κ. Παναρίτης προτείνει η μετάβαση στη διά ζώσης κοινωνικοποίηση να γίνει σταδιακά, μέσα από δραστηριότητες με χαμηλές κοινωνικές απαιτήσεις, όπως η ρομποτική, η ζωγραφική ή η αναρρίχηση. Παράλληλα, εισηγείται μικρούς και εφικτούς στόχους φυσικής παρουσίας, καθώς και τη δυνατότητα προσωρινής απομάκρυνσης από μια δραστηριότητα όταν αυξάνεται το άγχος.
Καθοριστικό ρόλο αποδίδει και στη συμπεριφορά των ενηλίκων. Όπως επισημαίνει, οι γονείς και όσοι εργάζονται με παιδιά χρειάζεται να δίνουν οι ίδιοι το παράδειγμα, περιορίζοντας τη χρήση των κινητών τους και ενισχύοντας την ουσιαστική επικοινωνία. Τα κηρύγματα και οι πολύωρες διαλέξεις, ιδιαίτερα προς τους εφήβους, δεν είναι συνήθως αποτελεσματικά, ενώ η καθημερινή αλληλεπίδραση μπορεί να αποτελέσει βάση για πιο υγιείς κοινωνικές σχέσεις.
Τέλος, ο ψυχολόγος υπογραμμίζει ότι για εφήβους που ζουν σε απομονωμένες περιοχές ή ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες, οι ψηφιακές κοινότητες ενδέχεται να αποτελούν το μοναδικό μέσο επικοινωνίας με συνομηλίκους τους. Για τον λόγο αυτό, η απομάκρυνσή τους από τα κοινωνικά δίκτυα χρειάζεται να συνοδεύεται από εναλλακτικές λύσεις που θα διασφαλίζουν τη σύνδεση και την υποστήριξή τους.
Πηγή: Ζωή Μακρυγιάννη,: ΑΠΕ-ΜΠΕ












































































