Τα μπλόκα και η ένταση των τελευταίων ημερών στον πρωτογενή τομέα δεν αποτελούν μια απλή συγκυριακή αντίδραση, αλλά έκφραση χρόνιων και συσσωρευμένων πιέσεων που βιώνουν οι αγρότες. Καθυστερήσεις, αυξημένο κόστος παραγωγής και αβεβαιότητα δημιουργούν εύλογη αγανάκτηση.
Ωστόσο, η αντίληψη περί σύγκρουσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον αγροτικό κόσμο είναι λανθασμένη. Δεν υπάρχουν δύο αντίπαλα στρατόπεδα υπάρχει ένας κοινός στόχος: η ουσιαστική και βιώσιμη επίλυση των πραγματικών προβλημάτων των παραγωγών.
Ο διάλογος αποτελεί τη μοναδική οδό προς αυτή την κατεύθυνση. Η κυβέρνηση καλεί τους αγρότες στο ίδιο τραπέζι, θέτοντας το αυτονόητο ερώτημα: υπάρχει άλλος τρόπος να αναδειχθούν και να λυθούν τα προβλήματα πέρα από τη συζήτηση;
Πολλά αιτήματα είναι σύνθετα και τεχνικά και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με συνθήματα, αλλά απαιτούν σοβαρή τεκμηρίωση και ανάλυση.
Παράλληλα, δεν είναι ρεαλιστική η άρνηση διαλόγου με προϋπόθεση την πλήρη ικανοποίηση όλων των αιτημάτων, όταν ορισμένα προσκρούουν σε σαφή δημοσιονομικά και θεσμικά όρια.
Το γεγονός ότι από τα 27 αιτήματα τα 20 έχουν ήδη δρομολογηθεί, όπως το αφορολόγητο πετρέλαιο κίνησης στην αντλία και η μείωση τιμής του αγροτικού ρεύματος, ή μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα δείχνει πως ο διάλογος αποδίδει. Και μπορεί να αποδώσει ακόμη περισσότερα, αν συνεχιστεί με ειλικρίνεια και διάθεση συνεργασίας.
Μόνο μέσα από ψύχραιμη συνεννόηση, αμοιβαία κατανόηση και σταθερό διάλογο μπορεί να οικοδομηθεί ένα βιώσιμο μέλλον για τον πρωτογενή τομέα, προς όφελος όχι μόνο των αγροτών αλλά και της ελληνικής κοινωνίας συνολικά.


















































































