Αγορά ακινήτων: Το παζλ της ελληνικής κτηματαγοράς
Η ελληνική αγορά κατοικίας το 2025 αποτυπώνει μια έντονη ανισορροπία ανάμεσα σε ζήτηση και προσφορά, με τη μεγάλη πλειονότητα των συναλλαγών να αφορά παλαιότερα ακίνητα. Παρά τη διαρκή ζήτηση για στέγη, η περιορισμένη παραγωγή νέων κατοικιών οδηγεί τους αγοραστές σε παλιότερες επιλογές, ενώ παράλληλα αναδεικνύονται ζητήματα όπως η ενεργειακή απόδοση, η τιμολόγηση και η επενδυτική ασφάλεια.
Παλαιά ακίνητα, ενεργειακή πίεση και νέες ισορροπίες στην αγορά
Σύμφωνα με στοιχεία της REMAX Ελλάς, η κατοικία κυριαρχεί στις συναλλαγές με περίπου 74,8%, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων αφορά ακίνητα άνω των 20 ετών (75,6%). Τα νεόδμητα έως πέντε ετών περιορίζονται μόλις στο 12,3%, γεγονός που δείχνει ξεκάθαρα το έλλειμμα νέας προσφοράς στην αγορά.
Στις μεγάλες πόλεις η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη. Στην Αττική, πάνω από το 86% των κατοικιών που πωλούνται είναι άνω των 20 ετών, ενώ στη Θεσσαλονίκη το ποσοστό φτάνει περίπου στο 87%. Αντίθετα, στην υπόλοιπη Ελλάδα παρατηρείται μεγαλύτερη συμμετοχή νεόδμητων κατοικιών, που αγγίζουν σχεδόν το 18%.
Η αγορά κατοικίας γίνεται ολοένα και πιο σύνθετη, καθώς παράγοντες όπως η τοποθεσία, το μέγεθος, η παλαιότητα και κυρίως η ενεργειακή απόδοση επηρεάζουν καθοριστικά τις αποφάσεις των αγοραστών. Η ενεργειακή αναβάθμιση αναδεικνύεται πλέον σε κρίσιμο παράγοντα αξίας, ειδικά για τα παλαιότερα ακίνητα που κυριαρχούν στο απόθεμα.
Παράλληλα, η τιμή ενός ακινήτου επηρεάζει άμεσα τον χρόνο πώλησης. Τα ακίνητα χαμηλότερης αξίας πωλούνται ταχύτερα, ενώ όσο αυξάνεται η ζητούμενη τιμή τόσο παρατείνεται η παραμονή τους στην αγορά και εντείνονται οι διαπραγματεύσεις.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια, σαφή εικόνα κόστους και χρονοδιαγράμματος από την αρχή των έργων, καθώς και πιο οργανωμένες διαδικασίες διαχείρισης. Η ανάγκη για σταθερούς και αξιόπιστους συνεργάτες αναδεικνύεται πλέον ως βασικό ζητούμενο.
Διατηρητέα κτίρια και το μέλλον της αγοράς
Τα διατηρητέα κτίρια, που υπολογίζονται σε περίπου 25.000 σε όλη τη χώρα, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητα. Η απουσία απλούστερων διαδικασιών, τα υψηλά κόστη συντήρησης και η έλλειψη ισχυρών κινήτρων δυσκολεύουν την αξιοποίησή τους.
Παράλληλα, προτείνονται φορολογικά κίνητρα, χρηματοδοτικά εργαλεία και μεγαλύτερη ευελιξία στις χρήσεις, ώστε τα κτίρια αυτά να μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν ως κατοικίες, επαγγελματικοί ή πολιτιστικοί χώροι.
Συνολικά, η ελληνική κτηματαγορά βρίσκεται σε φάση προσαρμογής, όπου η έλλειψη νέας προσφοράς, η ενεργειακή μετάβαση και η σωστή αποτίμηση της αξίας των ακινήτων θα καθορίσουν τις εξελίξεις των επόμενων ετών.














































































